Καταναλώνουμε πέρα απ’τις δυνάμεις μας;

Ετικέτες

, , , ,

«Ζείτε πάνω απ’τις δυνατότητές σας». Η φράση αυτή, διαρκώς επαναλαμβανόμενη απ’την έναρξη της κρίσης, δεν αποτελεί μόνο την κατεξοχήν κατηγορία εναντίον των υπερχρεωμένων κρατών, αλλά απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας, σε ατομικό ή οικογενειακό επίπεδο. Πέρα απ’τον κρατικό υπερδανεισμό, ο κυρίαρχος λόγος προσάπτει και στους πολίτες μια ροπή προς την υπερκατανάλωση η οποία αποτέλεσε τη βάση του υπέρμετρου ιδιωτικού δανεισμού σε παγκόσμιο, σχεδόν, επίπεδο κατά τα τελευταία χρόνια. Όμως η κατανάλωση αποτελεί ένα πολύπλοκο φαινόμενο.

Πριν καν η εκβιομηχάνιση και η ανάπτυξη του καπιταλισμού γεμίσουν την αγορά με καταναλωτικά αγαθά, η κατανάλωση υπήρξε ένας σημαντικότατος παράγοντας στη δόμηση κοινωνικών σχέσεων εντός των προκαπιταλιστικών κοινωνιών. Οι άνθρωποι βέβαια κατανάλωναν με διαφορετικό τρόπο απ’ότι σήμερα. Η κατανάλωση αγαθών, πέρα απ’την απλή ικανοποίηση των βασικών αναγκών, αποτελούσε όχι μόνο κομμάτι ενός καθημερινού ανταγωνισμού ανάμεσα στα άτομα και τις οικογένειες, αλλά και ένα βασικό μέσο διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων σε μακροσκοπικό επίπεδο. Η «επιδεικτική κατανάλωση» και η κατασπατάληση πλούτου στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες συνιστούσε ένα μέσο αύξησης πρεστίζ και οικοδόμησης του κοινωνικού στάτους όχι μόνο μιας οικογένειας αλλά ακόμα και μιας ολόκληρης φυλής. Η ανταλλαγή/καταστροφή αγαθών ως μέσου κοινωνικού ανταγωνισμού για συμβολικούς σκοπούς συνιστούσε μια ιδιότυπη μορφή κατανάλωσης στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαδικασία συγκρότησης και εξέλιξης των κοινωνικών σχέσεων. Υπό αυτήν λοιπόν την έννοια η υπερκατανάλωση δεν αποτελεί επ’ουδενί μια καινούργια κατάσταση.

Η κυριαρχία του καπιταλισμού στη συγκρότηση των οικονομικών σχέσεων κατά τη νεωτερικότητα έβαλε, ωστόσο, το ζήτημα της κατανάλωσης σε ένα νέο πλαίσιο. Το να καταναλώνουν οι άνθρωποι περισσότερα αγαθά από αυτά που ορίζουν οι ανάγκες επιβίωσης ήταν κομμάτι ενός γενικότερου πλαισίου οικονομικών σχέσεων. Το κυνήγι του κέρδους και η συνακόλουθη τάση προς αέναη επανεπένδυση των κερδών έθετε ως προϋπόθεση μια διαρκή ροή κατανάλωσης, με αυξητικές τάσεις, προκειμένου να υποστηριχτεί το κύμα συνεχούς παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών. Οι πολίτες και τα νοικοκυριά «έπρεπε» να καταναλώνουν διαρκώς, όχι μόνο για την ενίσχυση του κοινωνικού τους στάτους αλλά και γιατί ολόκληρο το οικονομικό οικοδόμημα απαιτούσε την υπερκατανάλωση. Ο λεγόμενος «φορντισμός-τεϋλορισμός», το σύστημα δηλαδή εντατικοποίησης της παραγωγής και υπερκατανάλωσης μέσω ικανοποιητικών μισθών και, αργότερα, χάρη στη συλλογικοποίηση των κοινωνικών ρίσκων μέσω των δημόσιων υπηρεσιών  προστασίας (κοινωνικό κράτος), που έφτασε στο απόγειό του κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο αποτελεί την κατεξοχήν έκφραση της σύγχρονης μορφής κατανάλωσης.

Η έναρξη ωστόσο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’70, της οποίας τη δραματικότερη περίοδο διανύουμε σήμερα, έθεσε τη σχέση μεταξύ μισθών, κοινωνικού κράτους και ιδιωτικής κατανάλωσης εν αμφιβόλω. Τόσο στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, πρωτίστως, όσο και σε άλλες χώρες της Δύσης, η ισχνή αύξηση της πραγματικής αξίας των μισθών, η αυξανόμενη ανεργία, η μερική ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών πρόνοιας καθώς και η περιθωριοποίηση «παραδοσιακών» οικονομικών τομέων προς όφελος της αυξανόμενης χρηματιστικοποίησης της οικονομίας επέφεραν ένα διόλου ευκαταφρόνητο πλήγμα στη διαδικασία κατανάλωσης που άνθισε κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Πλέον, το φάσμα υποκατανάλωσης δεν αφορά μόνο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά αγγίζει τον πυρήνα των μεσοστρωματικών κατηγοριών.

Η διέξοδος στο συστημικό κίνδυνο μιας αδυναμίας κατανάλωσης που θα οδηγούσε σε ραγδαία πτώση του συστήματος προσφοράς και ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών δόθηκε μέσω του δανεισμού. H αδυναμία των νοικοκυριών να έχουν πρόσβαση σε (διαρκή κυρίως) αγαθά οδήγησε σε μια έκρηξη του ιδιωτικού δανεισμού ο οποίος πήρε σταδιακά τρομακτικές διαστάσεις σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου, με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ. Οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα είχαν πρόσβαση σε μια αθρόα ροή μετρητών προκειμένου να ικανοποιήσουν το πανταχόθεν προβαλλόμενο πρότυπο της ευτυχισμένης μεσοαστικής οικογένειας στο οποίο βασιζόταν η συναίνεση της «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης». Τα περιβόητα «subprimes », τα επισφαλή δάνεια προς νοικοκυριά με αμφίβολη πιστοληπτική δυνατότητα αντιστάθμιζαν τη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης των μισθών συντηρώντας τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Τα δάνεια έγιναν σε τέτοιο βαθμό δομικό στοιχείο του οικονομικού οικοδομήματος ώστε μια μέση αμερικάνικη οικογένεια να έχει ετήσιες υποχρεώσεις προς τις τράπεζες υψηλότερες απ’το συνολικό ετήσιο εισόδημα των μελών της (πάνω απ’το 140% του ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματος). Η έκρηξη της κρίσης που ακολούθησε το σπάσιμο της φούσκας ακινήτων στην Αμερική δεν ήταν παρά το λογικό επακόλουθο μιας πραγματικότητας που το ίδιο το οικονομικό σύστημα και το Κράτος προωθούσαν.

Η Ελλάδα σε όλο αυτό το σχήμα που διαχύθηκε τα τελευταία 30 χρόνια στο δυτικό κόσμο μπήκε σχετικά αργά. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 οι ελληνικές οικογένειες δανείζονταν ελάχιστα με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των ευρωπαϊκών στατιστικών σε ότι αφορά την υπερχρέωση των νοικοκυριών. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η κατάσταση άρχισε να αλλάζει, με το ποσοστό χρέωσης να αυξάνεται σημαντικά. Παρ’όλα αυτά η Ελλάδα παραμένει σημαντικά χαμηλότερα απ’τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επίπεδα, τόσο σε ότι αφορά το μέγεθος του χρέους ως προς το ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, όσο και στο ποσοστό των υποθηκών επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος[1]. Σε αυτά τα πλαίσια, δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι ελληνικές οικογένειες «ζούσαν πάνω απ’τις δυνάμεις τους», καθώς παρά την σημαντική αύξησή του, ο δανεισμός σε καμία περίπτωση δεν άγγιξε τα επίπεδα άλλων, και ειδικά των αγγλοσαξονικών, χωρών, ενώ η Ελλάδα παραμένει μια χώρα χωρίς πιστωτική «φούσκα ακινήτων».

Η «κατηγορία» που αποδίδεται ευρέως στις κοινωνίες απ’τον κυρίαρχο λόγο αποσκοπεί κυρίως στην μετάθεση των ευθυνών από τους μεγάλους οικονομικούς φορείς (Κεφάλαιο) και τις πολιτικές ηγεσίες προς τους πολίτες. Αυτοί που μέχρι πρότινος προέτρεπαν τα υποκείμενα και τις οικογένειές τους να καταναλώνουν σήμερα « ανακαλύπτουν» την έννοια της υπερκατανάλωσης και του υπερδανεισμού. Αυτή φυσικά η προσπάθεια ενοχοποίησης, δεν αποκρύπτει μόνο τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του φαινομένου της κατανάλωσης εντός των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών και σε ευρύτερο ιστορικό και ανθρωπολογικό επίπεδο αλλά και προσπαθεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η «κατανάλωση πάνω απ’τα όριά μας» απέκτησε μια πολύ συγκεκριμένη μορφή, τα τελευταία τριάντα χρόνια κυρίως, η οποία συνδέεται άμεσα με μια σειρά από φαινόμενα «κρίσης» του καπιταλισμού, όπως η πτώση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, η αύξηση της ανεργίας και η σταδιακή απόσυρση του Κράτους απ’τις υπηρεσίας Πρόνοιας και Προστασίας. Ταυτόχρονα, επιδιώκει την απενοχοποίηση ενός κυρίαρχου ιδεολογικού ρεύματος που ωθούσε τις κοινωνίες στην εύκολη κατανάλωση προσπαθώντας να εντάξει ένα σύνθετο ανθρωπολογικό φαινόμενο στις ανάγκες του μεταπολεμικού καπιταλισμού.


[1] European Parliament, 2010, Household Indebtedness in the EU

Advertisements

Το σημείο μηδέν

Ετικέτες

, ,

 Σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση, το προ εβδομάδας ψηφισθέν νέο Μνημόνιο μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των δανειστών της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για να λάβει η χώρα το νέο πακέτο δανείων, το οποίο στο σύνολό του θα επανακατατεθεί στους λογαριασμούς των πιστωτών της, αλλά και για να προχωρήσει η «εξυγίανση» της ελληνικής οικονομίας και να ανακτηθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητά της. Βασικό αποτέλεσμα των μέτρων που περιλαμβάνει το νέο Μνημόνιο είναι η εκ νέου καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών. Η ραγδαία μείωση του κατώτατου μισθού και η συνακόλουθη μείωση του συνόλου των μισθών του ιδιωτικού τομέα, η περαιτέρω απορύθμιση των σχέσεων εργασίας καθώς και η μείωση των συντάξεων αλλά και του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων σε ένα ποσοστό που θα ξεπεράσει το 20% του σημερινού αριθμού τους, θα καταβαραθρώσουν το ύψος των διαθέσιμων εισοδημάτων των ελληνικών νοικοκυριών σε επίπεδα παλιότερων δεκαετιών.

Αυτές οι νέες μειώσεις, αλλά και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας που προκαλεί η ύφεση, φέρνουν τη χώρα ολοένα και πιο κοντά στο «σημείο μηδέν». Από την αρχή της κρίσης, ο φόβος της εξόδου από το ευρώ και των συνεπειών της καθιστούσαν, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της «μνημονιακής» πολιτικής, επιτακτική την υιοθέτηση μέτρων «εσωτερικής υποτίμησης» προκειμένου η χώρα να διατηρήσει την υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων της. Η διαρκής όμως μείωση των εισοδημάτων, η αύξηση της ανεργίας, το «σπιράλ θανάτου» της ύφεσης και η απώλεια κάθε θετικής προοπτικής μέσα απ’την εφαρμοζόμενη πολιτική καθιστούν ολοένα και πιο καχύποπτη την ελληνική κοινωνία απέναντι στο διακύβευμα της άνευ όρων παραμονής στο ενιαίο νόμισμα. Πλησιάζουμε λοιπόν ολοταχώς στο σημείο εκείνο όπου ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δεν θα ενδιαφέρεται για το εάν η χώρα θα παραμείνει στο ευρώ ή θα επιστρέψει στη δραχμή. Η ραγδαία απώλεια εισοδημάτων και η κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας θα καταλαγιάσουν τον φόβο του αγνώστου που αντιπροσωπεύει η έξοδος της χώρας απ’την ευρωζώνη. Με απλά λόγια το (ήδη λεπτό) όριο μεταξύ των κερδών και των ζημιών που προσδοκά η κοινωνία απ’το ευρώ θα εξαφανιστεί, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη στάση των πολιτών απέναντι στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα όπως αυτό σφυρηλατήθηκε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης αλλά και για την γενικότερη σχέση της Ελλάδας με την ενιαία Ευρώπη.

Αυτά τα παρελκόμενα της σκληρής λιτότητας δεν αποτελούν, ωστόσο, μια ελληνική αποκλειστικότητα. Αν κάτι έχει κατασταθεί σαφές, όχι μόνο κατά την τελευταία τριετία της τρέχουσας φάσης της κρίσης αλλά και κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες που η παγκόσμια οικονομία κλυδωνίζεται συθέμελα, είναι η ανάδυση της αρχής της ανταγωνιστικότητας ως οργανωτικής αρχής των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Στο ναυάγιο της παγκόσμιας οικονομίας, οι χώρες που επιπλέουν είναι οι χώρες που εφαρμόζουν ευλαβικά την αρχή της ανταγωνιστικότητας έναντι των εταίρων τους στις οικονομικές ανταλλαγές. Γερμανία και Κίνα, οφείλουν την οικονομική τους ευμάρεια στην εφαρμογή εθνικών στρατηγικών βασισμένων σε οικονομικές πολιτικές επιθετικών εξαγωγών. Για να το επιτύχουν, δεν διστάζουν να επιβάλλουν στους πολίτες τους μακροχρόνιες πολιτικές λιτότητας και συγκράτησης εργατικού κόστους, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πλατιών μαζών κακοπληρωμένων εργαζομένων παράλληλα με την ενίσχυση οικονομικών ελίτ στον ιδιωτικό ή τον κρατικό τομέα που επωφελούνται των κερδών των μαζικών εξαγωγών.

Δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση ουσιαστικά εκμηδένισε τη δυνατότητα διακρατικών συμφωνιών ανακύκλωσης των πλεονασμάτων προς όφελος των ελλειμματικών χωρών (η κατάρρευση εξάλλου του συστήματος του Bretton Woods συνδυάστηκε με την έναρξη της περιόδου της παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας), οι χώρες που δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις σκληρές πολιτικές λιτότητας προς ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους βρέθηκαν στη δίνη μιας οξείας οικονομικής κρίσης (οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου είναι το κλασσικό –αν και όχι μοναδικό- παράδειγμα). Για να γίνει λοιπόν η υπέρβαση της κρίσης, όλες οι χώρες καλούνται να υιοθετήσουν το κυρίαρχο, πλέον, οικονομικό δόγμα και να εφαρμόσουν απαρέγκλιτα πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας προκειμένου να μη χάσουν το τρένο της ανταγωνιστικότητας. Η ψήφιση του νέου συμφώνου σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνεπάγεται τη διαρκή διατήρηση ισοσκελισμένων εθνικών λογαριασμών είναι ενδεικτική της κυριαρχίας των πολιτικών λιτότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ωστόσο, αυτό το ιδεολόγημα της ανταγωνιστικότητας που τείνει να μετατραπεί σε κοσμική θεολογία, συνεπάγεται ότι από εδώ και πέρα οι εργαζόμενοι θα πρέπει να ικανοποιούνται με διαρκώς χαμηλούς μισθούς και να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις ενός ολοένα και πιο ευέλικτου πλέγματος εργασιακών σχέσεων προκειμένου να μην βρεθεί η εθνική τους οικονομία στη δίνη του χρέους και της ύφεσης. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, ότι την τελευταία δεκαετία η πραγματική αξία των μισθών στη Γερμανία έχει μείνει, στην καλύτερη περίπτωση, στάσιμη. Για πόσο όμως οι εργαζόμενοι θα αντέχουν το καθεστώς της συνεχούς συγκράτησης των μισθών και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, όταν μάλιστα θα αντιλαμβάνονται ότι η μείωση του εργατικού κόστους συνοδεύεται από διαρκή αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων; Για πόσο ο φόβος της απόλυσης ή της οικονομικής αστάθειας θα επικρατεί του αισθήματος αδικίας λόγω ανισοκατανομής των εισοδημάτων; Είναι λοιπόν ορατό το ενδεχόμενο, η πλήρης επικράτηση και διαιώνιση διεθνώς των πολιτικών λιτότητας να φτάσει σε ένα ανάλογο «σημείο μηδέν», σε ένα σημείο που οι εργαζόμενοι δεν θα αντιλαμβάνονται κανένα κέρδος με το να εργάζονται περισσότερο και με περισσότερη ευελιξία και να αμείβονται λιγότερο. Και τότε είναι πιθανόν το κυρίαρχο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο να γνωρίσει μια πρωτόγνωρη αμφισβήτηση για τα δεδομένα της μεταπολεμικής Ευρώπης.

Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης

Ετικέτες

, ,

Παρ’ότι η οικονομική κρίση είχε ως αφετηρία τις ΗΠΑ και το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, είναι η Ευρώπη αυτή που βιώνει πιο επώδυνα τους κλυδωνισμούς και είναι η Ευρώπη αυτή που πλέον απειλείται με κατάρρευση. Μπορεί οι ΗΠΑ να εξακολουθούν να βρίσκονται σε υφεσιακή πορεία, ωστόσο η Ευρώπη μοιάζει σήμερα να βρίσκεται μπροστά σε μια πολυπρόσωπη κρίση, οικονομική, πολιτική αλλά και …υπαρξιακή. Οι τελευταίες εξελίξεις δεν μπορούν παρά να επιβεβαιώσουν αυτό που διαφάνηκε εξαρχής: η Ευρώπη και οι θεσμοί της είναι γυμνοί απέναντι στα συστημικά αδιέξοδα για τα οποία οι ίδιοι είναι εν μέρει υπεύθυνοι.

 Γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα όχι μόνο έπασχε εξαρχής αλλά και ότι στην ουσία οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης δεν έχουν καμία διάθεση αντιμετώπισης των δομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως η Ευρωζώνη. Ολοένα και περισσότερο πλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της ευρωπαϊκής «οικογένειας» παραμερίζεται και οι κανόνες του παιχνιδιού επιβάλλονται απ’τον γαλλογερμανικό άξονα που στην ουσία δεν αποτελεί καν μια «συμμαχία» αλλά ένα ψυχαναγκαστικό πάντρεμα των γερμανικών συμφερόντων και των γαλλικών φόβων ότι μια τυχόν παρέκκλιση θα επιφέρει την οργή των Αγορών και την απώλεια της άριστης πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας, κάτι που θα οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση του δημοσίου χρέους και θα σπρώξει την χώρα βαθύτερα στην ύφεση.

 Όπως είναι λογικό, η συγκεκριμένη «διολίσθηση» της Ευρωπαικής Ένωσης απειλεί με εμβάθυνση του χάσματος μεταξύ του ευρωπαϊκού «κέντρου» και της «περιφέρειας», τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό πλέον επίπεδο. Ήδη οι κατευθύνσεις της τελευταίας ευρωπαϊκής συνόδου είχαν ως αποτέλεσμα πρακτικά τη ρήξη ανάμεσα στην Ένωση και την Μ. Βρετανία η οποία και αρνείται να παραχωρήσει ένα σημαντικό κομμάτι άσκησης οικονομικής πολιτικής στο ευρωπαϊκό Διευθυντήριο. Πιθανόν αυτή η ρήξη να μην επηρεάσει μακροπρόθεσμα την πορεία της Ε.Ε. μιας και στη Μ. Βρετανία ανέκαθεν κυριαρχούσαν ευρωσκεπτικιστικές τάσεις λόγω του εναγκαλισμού της με την Αμερική, όμως στο εσωτερικό των χωρών της ευρωζώνης, πρωτίστως, οι κατευθυντήριες γραμμές του Άξονα απειλούν με οπισθοδρόμηση και αποδιάρθρωση. Το «ευρωπαϊκό ιδεώδες», η «ευρωπαϊκή οικογένεια» δίνουν τη θέση τους σε μια Ευρώπη δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων κάτω απ’την επικυριαρχία της Γερμανίας και της Γαλλίας. Στις αρχές Νοέμβρη, λίγο αφότου Μέρκελ και Σαρκοζύ επέβαλαν στον Παπανδρέου να αποσύρει το δημοψήφισμα που είχε εξαγγείλει, η Λιμπερασιόν έγραφε ότι βρισκόμαστε μπροστά στην επιστροφή μιας σχεδόν αρχαϊκής μορφής άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Η «βρώμικη ατμόσφαιρα» μιας σκληρής και εκτός κανόνων επικυριαρχίας των ισχυρών έναντι των αδυνάτων έχει πλέον αντικαταστήσει μια πολιτική αντίληψη συνεργασίας και συνεννόησης πριν αυτή καλά-καλά συγκροτηθεί[1].

 Στο οικονομικό πεδίο τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν. Γερμανία και Γαλλία όχι μόνο αρνούνται πεισματικά να παραδεχθούν την αποτυχία των επιλεγμένων πολιτικών εδώ και 20 χρόνια αλλά αντιθέτως προκηρύσσουν τη συνέχισή τους, με περισσότερη ευλάβεια αυτή τη φορά. Δημοσιονομική πειθαρχία, μονεταρισμός, «διαρθρωτικές αλλαγές» και ανάδειξη της «ανταγωνιστικότητας» ως οργανωτικής αρχής της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής προβάλλονται ως απάντηση στην κρίση παρά το γεγονός ότι συνετέλεσαν τα μέγιστα στη γιγάντωσή της. Τα Κράτη θα παραμείνουν απαθή απέναντι στη συγκυρία των οικονομικών κύκλων, η ευρωζώνη θα παραμείνει μια κοινή αγορά χωρίς διορθωτικούς μηχανισμούς και, πρωτίστως, χωρίς ενεργή ουσιαστικά Κεντρική Τράπεζα, οι μισθοί θα συνεχίσουν να συμπιέζονται ενώ η ανισοκατανομή εισοδημάτων θα διευρύνεται, η ανεργία θα συνεχίσει να καλπάζει την ώρα που οι υπηρεσίες πρόνοιας θα αποδυναμώνονται ολοένα και περισσότερο για να επιτρέψουν στα κράτη να πληρούν τους όρους της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Τελικά, το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών θα διευρύνεται καθώς η πλήρης απουσία ευρωπαϊκών αναδιανεμητικών θεσμών και η πλήρης επικράτηση της αρχής της ανταγωνιστικότητας θα ευνοήσουν αυτούς που εξαρχής κατέχουν ισχυρή θέση στον ευρωπαϊκό καταμερισμό δυνάμεων.

 Το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης δύσκολα θα αποβεί βιώσιμο, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαίων πολιτών. Βεβαίως, οι αποταμιευτές, οι επενδυτές και οι κάθε είδους κερδοσκόποι θα συνεχίσουν να κερδίζουν μέσω των μονεταριστικών πολιτικών. Η εικόνα μοιάζει ζοφερή για τα χρόνια που θα έρθουν, εκτός και αν ο αστάθμητος κοινωνικός παράγοντας προκαλέσει μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων που θα αλλάξουν ριζικά την εικόνα της Ευρώπης όπως την ονειρεύονται οι κυβερνώσες ελίτ. Οι διεργασίες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν λείπουν. Μένει να δούμε αν θα βρούνε μια προοδευτική και δημιουργική διέξοδο…


[1] Demorand N., « Brutalité », Libération, 4/11/2011

Ο Πύργος

Ετικέτες

,

            Αναπόφευκτα, η μερίδα του λέοντος στο δημόσιο διάλογο διεθνώς πέφτει στο ζήτημα της οικονομικής κρίσης που μαστίζει πλέον το σύνολο των (λίγο ή πολύ) δυτικών χωρών. Οι πολιτικές εξελίξεις όμως το τελευταίο διάστημα έφεραν στο προσκήνιο μια άλλη, εξίσου σοβαρή και σημαντική κρίση που εξελίσσεται εντός των χωρών της ευρωζώνης (και όχι μόνο φυσικά) : την κρίση αντιπροσώπευσης.

Μέσα σε λίγες μέρες δυο εκλεγμένοι πρωθυπουργοί, της Ελλάδας και της Ιταλίας (όπου αντικαταστάθηκε μάλιστα το σύνολο του κυβερνητικού σχήματος), οδηγήθηκαν σε παραίτηση και τη θέση τους πήραν δυο οικονομολόγοι που υπηρέτησαν επί μακρόν τους τραπεζικούς θεσμούς των χωρών τους και της Ευρώπης. Αυτοί, οι κατά το κοινώς λεγόμενον «τεχνοκράτες», παρότι κατ’ουσίαν διορισμένοι, αντιμετωπίστηκαν από μερίδα της κοινωνίας με αίσθηση ανακούφισης και πίστης ότι θα καταφέρουν όσα δεν κατάφεραν οι δημοκρατικά εκλεγμένοι προκάτοχοί τους. Καταρχήν, αυτό το αίσθημα αναδεικνύει ανάγλυφα το μέγεθος της απονομιμοποίησης του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος. Οι πολίτες είναι έτοιμοι να αποδεχτούν ως πρωθυπουργό ένα πρόσωπο εκτός των κατεστημένων κομματικών μηχανισμών, ακόμα και αν αυτό έχει ταυτιστεί με πολιτικές και συμφέροντα που οδήγησαν στην οικονομική κρίση την οποία ο νέος πρωθυπουργός καλείται να αντιμετωπίσει. Ο «τεχνοκράτης» αναδεικνύεται ως ύστατη λύση απέναντι σε ένα υπό χρεωκοπία πολιτικό σύστημα, άσχετα αν στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε παντελώς ανεξάρτητος από αυτό. Και είναι τέτοιο το μέγεθος της κρίσης του πολιτικού προσωπικού, ώστε οι επιταγές των Αγορών να βαραίνουν περισσότερο από την επιλογή ενός πρωθυπουργού (όσο αποτυχημένου και αν είναι) να καταφύγει στη λύση του δημοψηφίσματος προκειμένου να προσδώσει νομιμοποίηση στις επιλεγμένες πολιτικές,

Πέρα όμως από την απονομιμοποίηση των πολιτικών συστημάτων χωρών που αντιμετωπίζουν μια οξύτατη και ευρεία οικονομική και θεσμική κρίση, η ευθεία ανάληψη της εξουσίας από άτομο μη εκλεγμένο σηματοδοτεί την κατάληξη μιας διαδικασίας που προηγείται της χρηματοπιστωτικής κρίσης της τελευταίας τριετίας. Τόσο στην Αμερική, απ’όπου και ξεκίνησε το φαινόμενο, όσο και στην Ευρώπη, ο ρόλος των τεχνοκρατών και των γραφειοκρατών έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που απειλεί τις δομές του κοινοβουλευτισμού όπως τον ξέραμε μέχρι πρότινος. Ολοένα και περισσότερο οι πολιτικές σχεδιάζονται από κάποιο «εξειδικευμένο» προσωπικό, το οποίο δεν εκλέγεται παρά διορίζεται ενώ οι σημαντικότερες αποφάσεις για το μέλλον των δυτικών κοινωνιών παίρνονται στα πλαίσια υπερεθνικών θεσμών των οποίων η δομή και η δράση διαφεύγει των πολιτών. Τραπεζίτες, επιχειρηματίες, υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών που συνεργάζονται υπογείως με κυβερνήσεις ή απλοί γραφειοκράτες αποφασίζουν ολοένα και περισσότερο στη θέση ενός πολιτικού προσωπικού δημοκρατικά εκλεγμένου απ’τις κοινωνίες. Είτε έχουμε να κάνουμε με «ειδικούς» οι οποίοι «συμβουλεύουν» τις κυβερνήσεις ή προσπαθούν να πείσουν την «κοινή γνώμη» για σημαντικά ζητήματα και οι οποίοι συχνά εργάζονται παράλληλα για λογαριασμό μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, είτε με την σταδιακή επιβολή οικονομικών πολιτικών σε σχεδόν «ανήμπορες» κυβερνήσεις εκ μέρους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είτε τελικά για την απευθείας διακυβέρνηση χωρών από μέλη πανίσχυρων lobbies και «think tanks», όπως η «Τριμερής Επιτροπή» (Trilateral Commission), τίθεται ολοένα και πιο επιτακτικά το ζήτημα της έλλειψης δημοκρατικής νομιμοποίησης και της διαφάνειας των θεσμών.

Άνθρωποι που δεν εκλέγονται από κανέναν, δεν ελέγχονται και δεν λογοδοτούν τελικά σε κανέναν παίρνουν αποφάσεις που καθορίζουν ακόμα και μακροπρόθεσμα την τύχη κοινωνιών που αδυνατούν να επέμβουν ουσιαστικά στο πολιτικό παιχνίδι. Άνθρωποι οι οποίοι πίσω απ’την ασφάλεια που τους παρέχουν οι παχυλοί μισθοί τους, είτε αδυνατούν, στην καλύτερη περίπτωση, να κατανοήσουν τις ανάγκες και τα προβλήματα των πολιτών για τους οποίους αποφασίζουν, είτε, στην ακόμα πιο ζοφερή εκδοχή, επιβάλλουν τα συμφέροντα ενός πλέγματος οικονομικών και πολιτικών ελίτ επικαλυμμένα με το ιδεολόγημα της «τεχνογνωσίας» και της απουσίας «ρεαλιστικής» εναλλακτικής. Πότε ξανά από το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα οι κοινωνίες δεν μοιάζουν τόσο αποκομμένες από αυτούς που σήμερα σχεδιάζουν και ασκούν πολιτικές. «Τεχνοκράτες», «Επιστήμονες» και «Αγορές» συγκροτούν έναν σύγχρονο καφκικό Πύργο ο οποίος απλώνεται ολοένα και πιο απειλητικά πάνω απ’τις δυτικές αστικές δημοκρατίες δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένου κρίση αντιπροσώπευσης.